Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Βόλτα στον Βοτανικό Κήπο Διομήδους

 Όπως είναι γνωστό, ο πρώτος Βοτανικός Κήπος στον κόσμο ιδρύθηκε στην Αθήνα τον 4ο π.Χ. αιώνα από τον μαθητή του Αριστοτέλη Θεόφραστο, ο οποίος θεωρείται σήμερα ως ο θεμελιωτής της Βοτανικής επιστήμης. Στην Αθήνα επίσης και συγκεκριμένα στην περιοχή η οποία από τότε καλείται ‘’Βοτανικός’’, θεμελιώθηκε γύρω στα 1840 από τον καθηγητή της Βοτανικής Fraas του Πανεπιστημίου Αθηνών ο πρώτος Βοτανικός Κήπος της σύγχρονης Ελλάδας, μικρό τμήμα του οποίου διατηρείται μέχρι σήμερα. Στην περιοχή αυτή, μερικά χιλιόμετρα δυτικότερα, σήμερα λειτουργεί ο μεγαλύτερος Βοτανικός Κήπος της Ελλάδας αλλά και όλης της Ανατολικής Μεσογείου, ο “Βοτανικός Κήπος Ιουλίας & Αλεξάνδρου Ν. Διομήδους”.


Ο Αλέξανδρος Διομήδης μετά τον θάνατό του κληροδότησε μέρος της περιουσίας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με σκοπό τη δημιουργία του Ιδρύματος, η οποία και έλαβε χώρα μετά από δύο χρόνια, το έτος 1952. Το όραμα του Διομήδη άρχισε να πραγματοποιείται μετά την παραχώρηση της δασικής έκτασης, στην οποία βρίσκεται σήμερα ο Κήπος, από το Υπουργείο Γεωργίας στο Ίδρυμα το 1961. Οι εργασίες διαμόρφωσης του Βοτανικού Κήπου βασίσθηκαν στα σχέδια της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου του Βερολίνου H. Hammerbacher. Το έτος 1975, μετά την ολοκλήρωση μεγάλου κύκλου εργασιών, ο Κήπος άνοιξε τις πύλες του στο κοινό.


Έκτοτε έχουν πραγματοποιηθεί επιπρόσθετα έργα που άλλαξαν ριζικά την αρχική εικόνα του Κήπου, όπως η δημιουργία νέων τμημάτων και η βελτίωση των ήδη υπαρχόντων, η χάραξη και η πλακόστρωση δρόμων και μονοπατιών. Επίσης η ανέγερση νέου μνημείου προς τιμήν των εκτελεσθέντων στο χώρο του Κήπου το 1945 από τους Γερμανούς, η κατασκευή νέων γραφείων, εργαστηρίου, αποθήκης μηχανημάτων, καταλύματος εργατικού προσωπικού και οικίας φύλακα, η κατασκευή πυροφυλακίων, παιδικών χαρών και θερμοκηπίου, καθώς και ένα σύνολο έργων μικρότερης κλίμακας.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η παραχώρηση της δασικής έκτασης από το Υπουργείο Γεωργίας στο Ίδρυμα έγινε υπό τον όρο ότι η διαμόρφωση του χώρου του Κήπου δεν θα επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό το φυσικό δασικό τοπίο. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια των εργασιών διαμόρφωσης του Κήπου πραγματοποιήθηκε περιορισμένη υλοτόμηση πεύκων, κυπαρισσιών και άλλων δασικών ειδών, δημιουργήθηκε δε στο καλλιεργημένο τμήμα του Κήπου, ένα οικοσύστημα στο οποίο συμβιώνουν και αναπτύσσονται αυτοφυή δασικά και καλλιεργούμενα είδη. Αυτό το χαρακτηριστικό καθιστά τον Κήπο μία από τις πιο σπάνιες περιπτώσεις Βοτανικού Κήπου παγκοσμίως.

Ο Κήπος έχει συνολική έκταση περίπου 1860 στρεμμάτων, τα οποία καλύπτονται από φυσική κυρίως βλάστηση που περιλαμβάνει περισσότερα από 500 είδη. Στα όρια του Κήπου συναντάμε ένα από τα αρχαιότερα δάση χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis) της Αττικής με φυσικό υπόροφο από σκίνα (Pistacia lentiscus), πουρνάρια (Quercus coccifera) και άλλα είδη. Μεγάλο τμήμα του Κήπου καλύπτεται επίσης από δάσος χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis) "εμπλουτισμένου", μετά από αναδάσωση, με τραχεία πεύκη (Pinus brutia) και κυπαρίσσια (Cupressus sempervirens s.l.).


Σημαντικής έκτασης είναι οι θαμνότοποι και οι φρυγανότοποι με λαδανιές (Cistus spp.), αστοιβές (Sarcopoterium spinosum), ασφάκες (Phlomis fruticosa), γαλαστοιβές (Euphorbia acanthothamos), θυμελαίες (Thymelaea spp.), θυμάρια (Coridothymus capitatus), θρούμπια (Satureja thymbra), γεμάτοι την άνοιξη με ολάνθιστα μονοετή φυτά και γεώφυτα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χασμοφυτική χλωρίδα στους ασβεστολιθικούς βράχους των λόφων. Ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από τη βραχόφιλη καμπανούλα, που ενδημεί στους λόφους γύρω από την Αθήνα και στα γειτονικά νησιά (Campanula celsii subsp. celsii), από την ελληνική φριτιλλάρια (Fritillaria graeca), από τα πολλά φθινοπωρινά ελληνικά κυκλάμινα (Cyclamen graecum), από τα φθινοπωρινά και χειμωνιάτικα «κρινάκια» (Sternbergia sicula, Crocus cancellatus subsp. mazziaricus, Crocus laevigatus, Crocus cartwrightianus, Merendera attica), αλλά και από το πλήθος των Ορχεϊδών (Barlia robertiana, Ophrys spp., Orchis spp., Serapias spp.).

Δεν υπάρχουν σχόλια: